elen
A+ R A-

Της αλμύρας και του χιονιού

pegasus LARGE t 242261 54464622

Εκεί που βουνό με βουνό σμίγει είναι η Στενή και εκεί που η Δίρφυς ποντίζεται στο Αιγαίο, η Χιλιαδού. Ελατα, πλατάνια, κορφές και παραλίες μπερδεύονται μεταξύ αλμύρας και χιονιού. Εδώ χτυπά η καρδιά της Εύβοιας. Και πολλές ακόμη μαζί της.

Οργιώδης η βλάστηση και στην Αγ. Κυριακή, στα Καμπιά

ag.kiriaki

Νέα Αρτάκη– Βατώντας – Καθενοί. Το στροφιλίκι έχει αρχίσει μα το ξέρουν ως κι οι πέτρες πια: ούτε για «ζέσταμα» δεν κάνουν. Κάτω Στενή – Ανω Στενή. 30 χλμ. από την Χαλκίδα. Να μην  προλαβαίνεις να πεις απόδραση και να τη ζεις. Στα χιόνια του χειμώνα, στην κάψα του καλοκαιριού - ένα και το αυτό. Ολη η Εύβοια το ψηφιακό θερμόμετρο της Ανω Στενής κοιτάει που κρέμεται από τον γεροπλάτανο της «Καμάρας».

Η Στενή είναι παντός καιρού. Και γούστου. Εδώ είναι όλοι κάθε Κυριακή. Να τρώνε στις ταβέρνες με τις ονομαστές σούβλες, να χαζεύουν τα μέλια, τα βότανα, τα ζυμαρικά των κυράδων που μετατρέπουν τον δρόμο σε μοσχοβολιστό παζάρι. Να γεμίζουν τα μπιτόνια ενός μήνα με νερό κρύσταλλο απ' τη βρύση του Γιατρού. Να ανάβουν κεριά στην Αγ. Κυριακή, στα Καμπιά. Να παίζουν με τα χιόνια τον χειμώνα, να νιώθουν τη δροσιά που σηκώνει μακρυμάνικο το καλοκαίρι.

Να κάνουν βόλτες στο Στενιώτικο ρέμα, κάτω από τα θεόρατα πλατάνια. Στο αισθητικό δάσος,  4.500 στρέμ. και βάλε πνιγμένα στα έλατα και τις καστανιές. Στο χωριό με τα πέτρινα σπίτια και τα στενά δρομάκια. Οχι, δεν την είπαν γι’ αυτό Στενή. Για τη στενή ρεματιά την είπαν ανάμεσα σε Δίρφυ και Ξεροβούνι.

Υψώνονται από πάνω της, γλιτώνοντας συχνά και την Αθήνα από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Πίσω τους το απόλυτο μπλε. Το απέραντο Αιγαίο. 7 χλμ. βαθιές ανάσες έως το διάσελο, να γεμίζουν τα πνευμόνια οξυγόνο. Να στρέφεις το κεφάλι σε Ευβοϊκό και Αιγαίο. Και στο Δέλφι, την υψηλότερη κορυφή της Εύβοιας που επιβάλλεται των πάντων.

Μικρό Φούτζι τη λένε οι ορειβάτες και σκαρφαλώνουν στο 2,5 ωρών μονοπάτι απ’ το καταφύγιο Μιχάλης Νικολάου. 1.150μ. υψόμετρο ετούτο, 1.743μ. η κορυφή. Οι ποδηλάτες την λένε απλώς παράδεισο και χάνονται στις δεκάδες δασικές διαδρομές. Και οι μοτοκροσάδες το ίδιο. Οι αναρριχητές φλερτάρουν με τον βράχο Καραούλι. Ολοι χωράνε στη Δίρφυ. Και στο Ξηροβούνι που τολμά να υψώνει παράστημα στα 1.453 μ. Δεν του το ‘χεις αλλά «μετράει» στους πεζοπόρους.

Ο εντυπωσιακός όγκος της Δίρφυος

1546043 10201064262357995 1422805551 n

117

Κι έπειτα η πορεία προς το Αιγαίο. 25 χλμ. από τα ωραιότερα της χώρας. Φουρκέτες μνημειώδεις. Από τα έλατα και τα αλπικά τοπία, στα πλατάνια, τις κερασιές, τις καστανιές, τα μποστάνια. Η  στάση στους Στρόπωνες για τα καλαμάκια της Βασίλως. Η Λάμαρη. Η Χιλιαδού. Δεν ζαλίστηκες απ’ τον δρόμο; Ζαλίζεσαι απ’ την ομορφιά.


Βουτιά στο Αιγαίο
Αναρωτιέμαι τώρα τι μπορείς να πεις για τον από επιλογή «τόπο» σου. Τι ενδιαφέρει εμένα, εσένα, τον χι, ψι, ωμέγα που θα φορτώσει μπαγκάζια ή τίποτα και θα κατέβει στο Αιγαίο, για μια μέρα, για μια βδομάδα, για μια ζωή. Οταν έχεις δει όλες τις πράξεις του έργου. Χωματόδρομος ατέλειωτος, στροφιλίκι απ' τα λίγα, να φτάνεις στη θάλασσα κάτασπρος απ' τη σκόνη.

Να στήνεις σκηνές στη μέση του τίποτα. Που είναι τα πάντα. Κι έπειτα να ‘ρχεται η άσφαλτος, ο κόσμος, ο πολιτισμός... Να περπατάς αχόρταγα στη ρεματιά, να κάνεις τη φωνή ψίθυρο στην Παναγία του 12ου αι. Ετσι ονομάστηκε η Χιλιαδού. Η 1000η εκκλησία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Η ζήλια για τους «γυμνιστές» που «καβάτζωσαν» το καλύτερο τμήμα της ενός και βάλε χλμ. παραλίας. Η θλίψη που αλώθηκε από παρέες που δεν είναι σκηνίτες ή γυμνιστές από άποψη. Οι ζηλευτές σκιές στις «Πυραμίδες», η καβάτζα πέρα απ' το «Σπιτάκι» και η κρυφή αμμουδιά στου «Τσώκου». Οι δήθεν που δεν θα την κάνουν ποτέ κοσμική. Ούτε οι ξαπλώστρες βολεύονται στις πέτρες ούτε οι ομπρέλες στον αέρα... Ο μαΐστρος «καθαρίζει». Με τα μνημειώδη μπουρίνια. Να  πονάς απ’ την αμμοβολή, να ψάχνεις στη θάλασσα όλα σου τα υπάρχοντα.

Μια κακκαβιά φτιαγμένη στο πετρογκάζ θυμάσαι. Τις κατσαρόλες της κυρα-Γιωργίας. Το τηγανόψωμο με το τυρί του Λάκη, δυο μελιτζάνες απ’ το μποστάνι του κυρ Χρήστου, τους μπαλάδες στη σχάρα, τα φασολάκια του Μπίρμπα, τα νοστιμότερα του κόσμου!

Τον Θανάση με το κόκκινο φορτηγάκι φορτωμένο καρβέλια και χαμόγελα και τον μανάβη απ’ το Μετόχι με τη ντουντούκα! Το αλησμόνητο ψάρεμα των κυνηγών το Σεπτέμβρη, τα θράψαλα του Ιούλη, τα ταπεινά σαφρίδια από το τσαπαρί στο πιάτο κάθε μέρα. Το β' πρόσωπο ασφαλώς και είναι χάριν ευγενείας – δικά μου είναι όλα. Αλλά εύκολα γίνονται και δικά σου.

 
 

Εσένα τι άρωμα αναδύουν οι αναμνήσεις σου; Εχουν βουτιές στην «Κλεοπάτρα»και τη σπηλιά στου «Δαμιανού»; Ανασφαλή μακρουβούτια στη «σπηλιά του έρωτα»; Ντόρτια κι εξάρες κάτω από τις μουριές; Τζιτζίκια στη σιέστα του καλοκαιριού; Μέρες ανέμελες; Νύχτες.Φωτιές στην παραλία, κιθάρες, ένα Misty moon κι ένα Illawarra κάποτε να μην τις αφήνουν να τελειώσουν με τίποτα. Η αναμονή για ένα νέο μπαράκι. Οι ανατολές. Μνημειώδεις κι αυτές. Να βγαίνει ο ήλιος πάνω απ’ τη Σκύρο, βάφοντας τον κόσμο με ένα κόκκινο που κανένα ηλιοβασίλεμα να μην μπορεί να κοντράρει. Ή έτσι να νομίζεις.

Οι συγκλονιστικές χωμάτινες διαδρομές πάνω από τους γκρεμούς. Για αγνάντι και παραλίες μοναχικές. Ανατολικά προς το Μετόχι. Δυτικά, από τη Λάμαρη προς την Αγ. Ειρήνη… Λιβαδάκια, Κοκκινιάς κι όσο πιο βόρεια πολύβουα ξανά. Το κοινό μυστικό της Βύθουρης και της Πετάλης, ο Λιμνιώνας, το αντίπαλο δέος της Χιλιαδούς. Κι αν έχεις και πλεούμενο; Σε παραλίες δίχως όνομα, εσύ κι οι γλάροι καταμεσής του Αυγούστου.

Ε, κι αφού εκτεθήκαμε που εκτεθήκαμε, ας το πάρει το ποτάμι κι αυτό. Η Κυριακή, προχωρημένο απόγευμα, αυτή υπερισχύει. Οι μονοήμεροι κι οι σαββατοκύριακοι να φεύγουν σε κομβόι, οι γρύλλοι να ξεκινούν το ρεσιτάλ, οι ριζωμένοι εδώ πέρα, να ρίχνουν τις βάρκες. Μπροστάρης ο «καπετάνιος» με το κόκκινο φουσκωτό και γύρω του, όλοι μούτσοι! Και η «Χελώνα» να τραβάει για Σκόπελο κι Αλόννησο κι όλο στη μεγάλη παρέα να μένει. Θα μπορούσαν να είναι οπουδήποτε, ναι. Αλλά είκοσι τόσα καλοκαίρια είναι εδώ, και τι να κάνουμε τώρα;

 

πηγή: thetravelbook.gr